Σκέφτομαι θα πει αλλάζω.

Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται να ’ρθουν.

Aν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι είσαστε χαμένοι. Φίλος σας είναι η αλλαγή, η αντίφαση είναι σύμμαχός σας.

Τι να τον κάνω το σκοπό σου; Η στάση σου μου αρκεί.

Δύστυχος ο τόπος που του χρειάζονται ήρωες.

Δεν πρέπει να φοβόμαστε τον θάνατο, αλλά την άδεια ζωή.

Ψάξε για σχολείο, άστεγε! Προμηθέψου γνώση, παγωμένε! Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είναι ένα όπλο.

Όλα αλλάζουν, να ξαναρχίσεις μπορείς και με την τελευταία πνοή. Μα ό,τι έγινε, έγινε, και το νερό που έχεις βάλει στο κρασί σου δεν μπορείς να το ξαναβγάλεις.

Οι κουρασμένοι χάνουν τη μάχη.

Πάντα ό,τι να ερευνάτε, ό,τι ν’ ανακαλύψετε ό,τι να μάθετε, δε θα σας χρησιμέψει, αν δε συνδέετε με τον αγώνα το μυαλό σας και δε διαχωρίζεστε απ’ όλους τους εχθρούς της ανθρωπότητας.

Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού και όχι τις όχθες που τα περιορίζουν;

Κατηγορούν τον ποταμό για την ορμή του, αλλά όχι και την κοίτη που τον κάνει ορμητικό.
Απ’ όλες τις αμφισβητήσεις ομορφότερη είναι σαν οι φοβισμένοι και οι αδύναμοι σηκώνουν το κεφάλι και παύουν να πιστεύουν στη δύναμη των τυράννων.
Όταν αυτοί που είναι ψηλά μιλάνε για ειρήνη, ο απλός λαός ξέρει πως έρχεται ο πόλεμος.
Όταν αυτοί που είναι ψηλά καταριούνται τον πόλεμο, οι διαταγές για επιστράτευση έχουν υπογραφεί.
Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε: Να ο δρόμος για τη δόξα. Αυτοί που είναι χαμηλά λένε: Να ο δρόμος για το μνήμα.
Ο πόλεμος είναι σαν την αγάπη: Βρίσκει πάντα τον τρόπο.
Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση της.
Φαίνεται ότι όσο περισσότερο υποτάσσουμε τη φύση, τόσο η ύπαρξή μας γίνεται αβέβαιη.
Το φρουτόδενδρο που φρούτα δεν κάνει το ονομάζουμε στείρο. Ποιος το χώμα εξετάζει;
Όποιος σήμερα θέλει να πολεμήσει την ψευτιά και την αμάθεια, έχει να ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θάρρος να γράψει την αλήθεια παρ’ όλο που παντού την καταπνίγουν, την εξυπνάδα να την αναγνωρίσει παρ’ όλο που την σκεπάζουν παντού, την τέχνη να την κάνει ευκολομεταχείριστη σαν όπλο, την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ’ αποκτήσει δύναμη, την πονηριά να την διαδώσει ανάμεσά τους.

Χρειάζονται πολλά τον κόσμο για ν’ αλλάξεις: οργή κι επιμονή, γνώση και αγανάκτηση, γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά, ψυχρή υπομονή κι ατέλειωτη καρτερία, κατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου… Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πως την πραγματικότητα να αλλάξουμε.

Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους, δεν διαμαρτυρήθηκα γιατί δεν ήμουν Εβραίος. Όταν ήρθαν για τους Κομμουνιστές, δεν φώναξα γιατί δεν ήμουν Κομμουνιστής. Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους, ούτε τότε φώναξα γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο Φασισμό, δεν έκανα τίποτα γιατί δεν ήμουν Καθολικός. Μετά ήρθαν να συλλάβουν εμένα, αλλά δεν υπήρχε πια κανείς να αντισταθεί μαζί μου…

Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές κι ήθελα να φωνάξω: «σταματήστε!». Μα ξέροντας πως με κρυφοκοίταζε ο χαφιές μ΄ άκουσα να φωνάζω: «Ζήτω! Προχωρήστε!».

Την πρώτη φορά που ιστορήσαμε πως αργοσφάζανε τους φίλους μας, κραυγή φρίκης αντήχησε. Είχανε, τότε, σφάξει εκατό. Μα όταν σφάξαν χίλιους και η σφαγή δεν είχε τελειωμό, απλώθηκε σιωπή. Όταν οι κακουργίες πέφτουν σαν βροχή, κανένας πια δεν φωνάζει: Σταματήστε! Όταν σωρεύονται τα εγκλήματα, γίνονται αόρατα. Όταν οι πόνοι γίνονται αβάσταχτοι, δεν ακούγονται πια οι κραυγές. Και οι κραυγές πέφτουν κι αυτές σαν καλοκαιρινή βροχή.

Για κάποιον υπάλληλο, που ήταν πολύ καιρό στην ίδια υπηρεσία, ο κύριος Κ. άκουσε να διατυπώνουν τον εξής έπαινο: ο υπάλληλος ήταν τόσο καλός, που ήταν αναντικατάστατος. «Τι θα πει αναντικατάστατος;» ρώτησε εκνευρισμένος ο κύριος Κ. «Θα πει ότι η υπηρεσία δε λειτουργεί χωρίς αυτόν» είπαν οι υμνητές του. «Μα πώς μπορεί να ‘ναι καλός υπάλληλος, αν η υπηρεσία δε λειτουργεί χωρίς αυτόν;» είπε ο κύριος Κ. «Έχει χρόνια σ’ αυτή την υπηρεσία, και θα μπορούσε να την οργανώσει τόσο καλά, ώστε να μην είναι πια αναντικατάστατος. Και τι έκανε τόσον καιρό; Να σας πω εγώ: εκβιασμό έκανε!».