Μη λες πολλά, μη θες πολλά, μην κάνεις το δικό σου
μην πας ψηλά, μη θες πολλά, μείνε στο μερτικό σου
Μείνε στο μαύρο σου κενό, στη γκρίζα σου την πόλη
μην έχεις μνήμη, μη ρωτάς, κάνε όπως κάνουν όλοι

Βολέψου αναπαυτικά κι άσε μου το τιμόνι
παντρέψου στα περιοδικά, σμίξε με την οθόνη
Μέσ’ απ’ της κάλπης τη σχισμή ξεγέννα τα παιδιά σου
κι ήσυχος κλείσ’ τα μάτια σου κι από τον κόσμο χάσου

Σου δίνω Σάββατο να βγεις στη νύχτα του άλλου κόσμου
μια Κυριακή να βαρεθείς κι αύριο ξανά δικός μου
Ζήτα μου αν θέλεις δανεικά, στέγη, τροφή κι αμάξι
δική μου η γη που σε γεννά κι η γη που θα σε θάψει

Αν μου σταθείς αντίπαλος σου εκδίδω και βιβλίο
και καπετάνιο κάμνω σε σ’ ένα μεγάλο πλοίο
Στης πλάνης σου τ’ απόνερα ελεύθερος κολύμπα
και κάθε χρόνο μια φορά σπάσ’ τα και κάν’ τα λίμπα

Είμαι η ομίχλη στο μυαλό κι ο φράχτης στην καρδιά σου
και στο πανί του ύπνου σου προβάλλω τα όνειρά σου
Είμαι εσύ κι είσαι εγώ και πώς να με νικήσεις
χωρίς εμένα δεν μπορείς να ζήσεις ή να σβήσεις